ΤΟ ΑΔΕΛΦΑΤΟ ΤΩΝ ΔΑΝΑΩΝ-ΜΑΝΟΣ ΦΑΛΤΑΙΤΣ

Απ’ τα χορικά του
Αδερφάτου των Δαναών

Αντροπαλέματα σου τάζω
Αλοίμονο στο νιο που δεν πετά
σαν τον αγέρα του Βοριά,
και σκιάζεται τ’ αστροπελέκια,
αντί να χαίρεται και ν’ αμολάει πανιά
μέσα στα κύματα τα γαύρα κι αφρισμένΑ.

Αλοίμονο στο νιο π’ αναζητά απανεμιά
κι ένα καντούνι να ‘χει συντροφιά.

Αλοί και τρις αλοίμονο στον κάθε νιο
πού δεν αντροπαλεύει,
μόνο γλιστράει και σούρνεται σε λασπερά λημέρια,
δίχως το πάθος στην καρδιά
και δίχως λάβα,
μπας και του πουν να κρατηθεί ορθός
και του ζητήσουν να κρατήσει πάλα.

Αλοίμονο στους νιους,
που ‘χουν σβησμένη τη φωτιά στα σωθικά
και σέρνονται χαμόζωα,
δίχως πανιά, δίχως φτερά.

Αλοί στο νιο πού τρέμει το κοντάρι
Ϊαι τ’ αντροπάλεμα.

Πόλεμος είναι η ζωή
κι η ομορφιά αμάχη,
σαν πέρα φεύγεις με φτερά ορθάνοιχτα
απ τα μικρά κι ανούσια καθημερνάτα.

….
Το δυνατό παιχνίδι
Το Μεγάλο ταξίδι
Το Ψηλό Πέταμα
Το Πάλεμα
Ο Θείος Έρως
Η Μέχρι Θάνατο Φιλία
Τ’ Ατσάλωμα του Νου
Το Φτέρωμα του Ίορμιού
Το Μέγα Πήδημα
είναι σκοπός και ευτυχία.

Καβάλα να ‘σαι στ άτι
ή μέσα σ άρμα πολεμόχαρο με σύντροφο ακράνη
πλάι με πλάι,
ορμώντας μπρος στη μάχη.

Είν’ η στιγμή να μάθεις και να νοιώσεις
Είν’ η στιγμή να μάθεις και να νοιώσεις
του Αδερφάτου του δικού μας, των Δαναών, μιλώ,
τη γνώμη και ψυχή.
Για να χτυπάει μες τη μεγάλη την καρδιά του
κι η δικιά σου η καρδιά
κι ο νους σου να ‘ναι ένας
με τα’ Αδερφάτου μας το νου.

Όποιος δε συνταιριάζει το εγώ του
με το μεγάλο του Συντροφιλικιού το Εγώ,
μικρόπρεπος θα μένει και μικρόψυχος.

Όποιος μ ατσαλοδέσιμο δε ζώνει τη ζωή του
με σκοπούς και Μεγάλες Ιδέες,
μικρόκοσμα περνάει στη Γη.
Κι είν’ η ψυχή κι ο νους του χαμοκέλα.
Ούτε Ναός, ούτε και Κάστρο, ουδέ Παλάτι.
Είναι μια χαμοκέλα.

Του Αδερφάτου η Ψυχή είναι μια
Άμα πονάει ο ένας μας,
όλοι μας θα πονούμε.
Κι όταν γιορτής χαρούμενης
γίνεται πανηγύρι,
όλοι μαζί χαιρόμαστε.
Μπαίνουμε στο χορό
και τραγουδάμε αντάμα
αγκαλιαστοί, συντροφικά.

Του Αδερφάτου η Ψυχή είναι μια.
Κι ένας ο Νους
και μια η καρδιά, και μια η γροθιά.

Όλοι μαζί, για τον καθένα,
στην χαρά και στον πόνο.
Για να γλυκαίνει η καρδιά του ενός
πού πάσχει απ’ το φαρμάκι,
παίρνοντας ο καθένας τη μερίδα του.
Και πάλι, τη χαρά να μεγαλώνεις τ’ αδερφού,
σαν χαίρεσαι και συ μαζί του.

Ο πόνος του ένα κομματιάζεται
άμα τον συμπονούνε οι αδερφοί.
και η χαρά φουντώνει,
σαν χαίρονται οι πολλοί.

Του Αδερφάτου μια η καρδιά,
μια η χαρά,
μια η συμφορά,
μια η ψυχή.
….
Κανείς δεν είναι μοναχός κι ας το νομίζει
Σαν τρίζει η Γη,
Πύργος κανείς δε στέκει ορθός.
Κι αν η τιμή των Δαναών δεν κρατηθεί,
μην το νομίζεις,
ότι μονάχα η δικιά σου η τιμή θα κρατηθεί.

Πάνε μονόσουρτη αλυσίδα τα καλά και τα κακά.
Τ’ ανάποδα κι οι ομορφιές.
Σαν τα αμπωτικά και τα παλίρροια νερά της Θάλασσας,
μια μπρος, μια πίσω, όλα μαζί.

Ριπές, ριπές, τα ρέματα.
και τα κακά, και τα καλά.

Καμιά ντροπή, κανένα κρίμα, ή συμφορά του ενός δε μένει πάνω του μονάχα.

Ξάπλωμα είναι το κακό και το καλό.
Και πιάνει χώρες και λαούς κι’ άμετρα πλήθη.
Κι ούτε ξεχνιέται εύκολα, ούτε και σβήνει.
Πέρα πάει και περπατάει πάνω στη Γη και μες το χρόνο.
….

Γι αυτό μη κάθεσαι και μου μιλάς για σπιτικό και για φαμίλια
και λες πώς δεν σε κόφτει σένα τί κάνει ο γείτονας κι ο πάρα πέρα,
μόνο το σπίτι το δικό σου αξίζει και έχεις χρέος να φυλάς.
Λόγια ρηχά, μυαλά τ’ ανέμου.
Σα να μπορεί από μόνη της μια Φάρα, μια Γενιά, μια Στιά,
να μείνει ορθή,
όταν ο κόσμος που ‘ναι γύρω της, χαθεί.

Ανάξιος όποιος…
Ανάξιος όποιος, σάρωμα κοιτάει και μπόρα
να δέρνουνε τον αδερφό
και μένει άπραγος, ανέμελος κι οκνός,
και δε σηκώνεται ορθός,
να δώσει χέρι τρέχοντας
σε ‘κείνον πού χτυπάει η ανάγκη.
Και λέει:
Ας τον να σέρνεται.
Μένα, δεν έζωσε το σπίτι μου φωτιά.
Ο γείτονας χαροπαλεύει.
Τον γείτονα τον δάγκωσ’ η οχιά.

Καλά είμ’ εγώ και τώρα ξεκουράζομαι
κι ύστερα έχω γλέντι.

Ανάξιος, σ’ όποιου τα στήθια δεν βροντά
του Αδερφάτου η καρδιά
κι ούτε στου σύντροφου τον πόνο λαχταρά,
ουδέ και στη χαρά του χαίρεται.
Απομονάδι είναι, ασύντροφος και λύκος.
….
Ενάντια στο πνεύμα της μίζερης γέννας
Μη κάθεσαι και λες κουβέντες
για χωράφια και θρεφτά,
για πρόβατα και βιός,
σα να ‘σαι σαν τον κόσμο τον πολύ
το φοβητσιάρη κι αχαμνό,
που προτιμά να σκύβει το κεφάλι,
που ουδέ τιμή γροικά
ούτε και χρέος.
Μόνο να τρώει,
να πλαγιάζει,
να καματεύει,
να γεννοβολά
κι ούτε που ξέρει
κι ούτε που θέλει
να πετά και να παλεύει.

Μ αυτοί ναι οι πολλοί και αχαμνοί.
Αυτοί ν τα ζωντανά.
Δεν είναι οι μπροστάρηδες κι οι πρώτοι.

Δεν έχουν δύναμη στα φρένα.
Δεν έχουνε πνέμα θεού.
Ούτε νογούν απ αντρειά.
Μίζερης γέννας και σποράς είναι παιδιά.

Μη λες που οχτρεύεσαι τα αίματα και τα σπαθιά
Μη λες που οχτρεύεσαι τα αίματα και τα σπαθιά
και σ απωθούνε οι σκοτωμοί και οι αμάχες
και θέλεις το χουζούρι σου και τη σπιτίσια σου ανεμελιά.
Γιατί όλα αυτά γυρνούν, με μιας,
άμα το φέρνουν οι καιροί και η ανάγκη.
Τότε ειρήνη κι αγκαλιά γυναίκας αγροικάς
κι αίματα χύνεις
και παλεύεις
και σπιτικό και καλοπέραση αψηφάς.
….

Καλά ναι τ’ άγια χώματα να ζευγαρώνεις…
Καλά ναι τ’ άγια χώματα να ζευγαρώνεις
να στρώνεις το σποριά με κριθαρόσταρα
κι ύστερα να θερίζεις, ν’ αλωνίζεις,
ν’ αλέθεις τον καρπό,
τ’ αμπέλια να τρυγάς
και να γεμίζεις με κρασιά πυθάρια.

Όμορφα είναι ν αυγατίζεις τα κοπάδια
και τα γλεντοκοπήματα κι οι ερώτοι
κι η ξεγνοιασιά, πλάι στη στιά,
και το περπάτημα στην Αγορά
κάθε γιορτή και σχόλη.

Όλα καλά, πολύ καλά είν’ αυτά
μα μοναχά σα στέκει το κεφάλι σου αψηλά
κι αντρίκεια, μες στα στήθια σου, χτυπά
η καρδιά
και τα ποδάρια περπατούν περήφανα στη Στράτα.
Αλλιώς, μαύρη η καλοπέραση
κι η αναπαψιά κι η ανεμελιά.

Ανεμελιά κι ανέγνοια θα ‘χεις….
Ανεμελιά κι ανέγνοια θα ‘χεις
σαν όλων μας των αδερφών
του Αδερφάτου των Δαναών, μιλώ,
μένει το κούτελο καθάριο
κι ακέρια η τιμή.

Αλλιώς, θα γνοιάζεσαι και συ μαζί τους,
θα ψυχοσφίγγεσαι και θα πονάς και θα παλεύεις,
όπως οι άλλοι
συντροφικά,
σα να ‘τανε δικιά σου η ντροπή
και της φαμίλιας σου το χτύπημα.

Του ενός ντροπή, όλων ντροπή.
Του ενός τιμή, όλων τιμή.
Το Αδερφάτο των Ελλήνων
είν’ η γροθιά μας η σφιχτή και δυνατή.

Ο καθένας για όλους
Όλοι για τον καθένα
Πάνω απ όλα είναι του Αδερφάτου μας των Δαναών η Τιμή.
Όποιο χέρι σηκώθει πάνω του, θα κοφτεί.
Όποια γλώσσα ρίξει φαρμάκι ενάντια στο Αδερφάτο,
Φάουσα θα τη βρει.
Όποιο ξένο στόμα σαρκάσει, όποιον και να ‘ναι αδερφό,
θα σφραγιστεί για πάντα.
Όποια ματιά κοιτάξει επίβουλα κατά πάνω μας
δεν θα ξαναδεί ποτέ το φως του ήλιου.
Όποιος τολμήσει και σκεφτεί
ενάντια στο Αδερφάτο και τους Σύντροφους,
θα χαθεί.

Του Αδερφάτου μας του Ελληνικού,
αυτός ο νόμος.
Τούτη η δύναμη.
Τούτη η πνοή.
Αυτή η προσταγή.

Ο καθένας για όλους.
Όλοι για τον καθένα.

Ουαί κι αλοίμονο σ’ όποιον τα βάλει με την Φυλή των Δαναών την Ενωμένη και Μεγάλη
Ουαί κι αλοίμονο σ όποιον τα βάλει
με την Φυλή των Δαναών
την Ενωμένη και Μεγάλη.

Ουαί κι αλοίμονο σ όποιον θαρρέψει
γυναίκα Δαναού να κλέψει.

Αλοίμονο σ αυτόν πού θα προσβάλει
μιά τρίχα από Δαναού κεφάλι.

Ο Φταίχτης θα σφαχτεί.
Η Γη του θα καεί.

Ουαί κι αλοίμονο σ όποιον τα ‘βαλε
με το Αδερφάτο των Ελλήνων.

Η Φάρα αλληλέγγυα
Η Φάρα αλληλέγγυα
κι ασπίδα μια για να φυλάει
τον κάθε Δαναό, όπου κι αν λάχει.

Κι ένα κοντάρι, ένα δοξάρι
ένα σπαθί ατσάλινο για να τρυπάει
τον κάθε επίβουλο πού ξεθαρρεύτει
και χτυπάει,
Δαναϊκό μαντρί, παιδί, γυναίκα
και κονάκι.

Το Αδερφάτο μας θα σηκωθεί σα Δράκος,
Φρουρός, Δραγάτης, τιμωρός,
τον ξένο φταίχτη να σπαράξει.

Τιμή
Όμορφο είναι
να έχεις καθαρό το κεφάλι σου
και δοξασμένο τ’ όνομα της Γενιάς,
του σπιτιού και της Ράτσας σου.

Φτερά έχει το φρόνημα και μεγαλώνει η ψυχή σου.

Αλοίμονο στον ντροπιασμένο.
Η ντροπή δε χάνεται ούτε και με το θάνατο ακόμα.

Πάνω απ τη ζήση είν’ η τιμή.

Πάνω απ όλα είν’ η ψυχή και τιμή.
Αυτή ορθώνει το κορμί
και κάνει τα πόδια σου δυνατά και περήφανα
και τραβάς μ ορθωμένο κεφάλι στη Στράτα
κι η καρδιά σου χτυπάει καλά.

Μοναχά σαν έχεις την τιμή σου ορθή,
αξίζουν ο έρωτας, συντροφιές, φίλοι,
γλέντι, κρασί,
χαρές, πανηγύρια.

Αλλιώτικα χτυπούν οι φλέβες
κι η ματιά σου κοιτάζει
και ο νους συλλογιέται
κι ευφραίνεται, με καθάρια τη σκέψη,
με καθάριο τον κόσμο σιμά σου.

Δίχως τιμή, η δόλια σκέψη
φαρμακώνει το είναι σου.
Στοχασμοί χθαμαλοί σ αυλακώνουν
και γίνεσαι φίδι και σέρνεσαι.
Μια ζωή με ντροπή,
βαραίνει σα θάνατος πάνω σου.

Η ζωή είν’ αγώνας.
Κι η τιμή ευτυχία.

Χωρίς την τιμή,
δεν κοιτάζεις τον άλλον
στα μάτια ορθά,
δεν βαδίζεις στα ίσα.

Μοναχά άμα ζεις με τιμή
έχει χάρη η ζωή
και κρατιόνται ψηλά το κεφάλι
και ορθό το κορμί.

Πάνω απ τη ζωή, στέκει η τιμή και το δίκαιο.

Η χάρη θέλει αντίχαρη και πάλι χάρη θα ‘ναι
Ο Μέγας Δίας, είναι Ξένιος.
Φυλάει και βοηθάει τους ξένους.
Και ξένιος ο καθένας μας να ‘ναι, προστάζει.
Μα αν έχεις χρέος στο Θεό, φαΐ και σκέπασμα να δίνεις στον ξένο που σου το ζητά, ποιό χρέος έχει άπειρα μεγαλύτερο, ετούτος, να μην απλώσει ούτε χέρι, ούτε μάτι, ούτ’ αυτιά, κάτι ν αρπάξει στο φιλόξενο το σπίτι.
Ούτε ποτέ να πει κακό, ούτε και να σκεφτεί, ούτε να κάνει.
Μόνο θα περιμένει τη στιγμή ν αντιγυρίσει το καλό που του ‘γινε.
Και πάλι χρεωμένος θα ‘ναι αυτός και η γενιά του, για το φιλόξενο και τη δικιά του τη Γενιά.
Το χρέος θα περνά απ το παιδί στα εγγόνια, όσο κρατάει η μνήμη της φαμίλιας.

Σοφά διδάξαν οι θεοί, κι όλοι το ξέρουν.
Η χάρη θέλει αντίχαρη και πάλι χάρη θα ‘ναι.

Την ώρα τ% αγώνα

΄ην ώρα τ’ αγώνα
Όλοι οι άντρες στα όπλα.

Η ζωή είν’ παιχνίδι.
Η ζωή είν’ μεθύσι.

Τώρα είναι η ώρα γι αγώνα.
Μη κοιτάζει κανείς τώρα πια
σπαρτά και καλύβι.

Η δύναμη είναι στην ένωση και τ’ Αδερφάτο ενώνει
Από μικρά παιδιά το ξέρουμε
τι πάει να πει αλληλεγγύη, συντροφιά κι αντάμα.
Και πώς βοηθά τον ένανε ο άλλος
για ν’ ανεβούνε στο βουνό πιο εύκολα κι οι δυο.
Και πώς τα χέρια νίβονται ανάμεσά τους
κι ύστερα πως μαζί τα δυο νίβουν το πρόσωπο.
Να η πνοή κι η δύναμη και τ’ Αδερφάτου μας η μαστοριά.

Όταν χτυπιέται το ‘να δάχτυλο
ολάκερο το χέρι μας πονά.

Ουαί κι αλοίμονο σ όποιον θαρρέψει και μας δει σα μονοδάχτυλο, όποιου κι αν είναι από μας.
Πίσω απ τα πέντε μονοδάχτυλά μας
είν’ η γροθιά.

Η δύναμη είναι στην ένωση
και τ’ Αδερφάτο ενώνει.

Άλλη μια τραβηξιά κλωστής απ’ το τσουράπι
και θα ξηλωθεί.

Είμαστε μια γροθιά.
Κανένα δάχτυλο απ’ το χέρι μας
δεν φεύγει μακριά.
Το ‘να, δίπλα στ άλλο.
Κι όλα δεμένα κι ενωμένα
και σφιχτά.

Το Αδερφάτο των Ελλήνων
ούτε κοιμάται, ούτε φοβάται
ούτε ξεχνά.

Αλληλέγγυα στάση
Ουαί, σ όποιον τα βάλει
με την Φυλή των Δαναών
την Ενωμένη και Μεγάλη.

Ουαί κι αλοίμονο σ όποιον θαρρέψει
γυναίκα Δαναού να κλέψει.

Αλοίμονο σ αυτόν πού θα προσβάλει
μια τρίχα από Δαναού κεφάλι.

Ο Φταίχτης θα σφαχτεί.
Η Γη του θα καεί.

Ουαί κι αλοίμονο σ όποιον τα ‘βαλε
με το Αδερφάτο των Ελλήνων.

Οι ενάντιες οντότητες
Άπειρο το κακό και το καλό σαν τον αγέρα.
Πλανιόνται και τα δυο παντού.
Φωλιάζουνε, εδώ και πέρα.
Σαν την βροχή, σαν τον αγέρα.
Και στα κουφάρια τα ανθρώπινα, τα ζωντανά,
στη Γη, στη Θάλασσα,
στον Ουρανό,
κάτω και πάνω.
Οι οντότητες οι δύο οι ενάντιες.
Η μια καλή. Η άλλη μαύρη.
Είν’ οι δυνάμεις οι ενάντιες.
Κι αυτές φωλιάζουν στα κορμιά τ’ ανθρώπινα.
Και μιλούνε με τ’ ανθρώπινο στόμα, δουλεύουνε με το μυαλό τ’ ανθρώπου με τα χέρια και τα πόδια.

Είν’ το καλό και το κακό, που κουβαλάει ο καθένας, κι αυτό ζυγιάζει μοναχά.
Άσε το κουφάρι.
Δεν είναι τίποτα αυτό. Όργανο είναι άβουλο της κάθε οντότητας ή δύναμης που κυβερνούν το σύμπαν.
Ένα σακί γεμάτο.
Ποιος νοιάζεται για το σακούλι;
Αυτό που έχει μέσα του λογαριάζεται.

Δεν είναι το κουφάρι που ζυγιάζει.
Είν’ οι αξίες, οι οντότητες που μέσα μας περνούν.
Σαν σφάξεις έναν άδικο, σκοτώνεις το κακό που κουβαλάει εντός του.

Αν θα σκοτώσεις άδικο άνθρωπο, σκοτώνεις το κακό που κουβαλάει εντός του, και καλά καμομένη η πράξη σου.
Αν πειράξεις τον δίκαιο, το δίκαιο πνέμα χτύπησες.
Κι είσαι στη στρατιά των αδίκων.

Δεν έχει το κουφάρι σημασία καμιά, αλλά τι κουβαλάει εντός του, σαν το κάθε σακούλι.

Γι αυτό, μη σκιάζεσαι να χύσης το αίμα τ’ άδικο.
Δικαιοδότης θα ‘σαι και λυτρωτής κι όχι φονιάς, κακούργος.


Συ μου ‘δειξες τώρα να βλέπω, πέρα απ τα κορμιά και τη σάρκα.
Είν’ οι οντότητες που ζυγιάζουν.
Η σάρκα μας είναι γεφύρι των δυνάμεων που κυβερνούν τον κόσμο, να φανερώνονται και τίποτ’ άλλο.

Χαροπαλέματα
Είν όμορφος να ‘ρθεί ο θάνατος
πάνω στη νιότη και στη μάχη.

Τρομερός είν’ ο Χάρος,
σα σε βρει στο κρεβάτι.
Σα θηλιά πού σε πνίγει
σα σκιά πού σε σβήνει
με τα μαύρα του χέρια
μ αγωνία μεγάλη,
να προσμένεις να ‘ρθεί να σε πάρει,
από ώρα σε ώρα.

Με κορμί χωρίς δύναμη
την ψυχή σου σακάτα
κυλισμένος στο στρώμα.

Τρομερός είν’ ο Χάρος
σα σε βρει γερασμένο
και πεσμένο στο στρώμα.

Ομορφιά της ζωής, είν’ να φύγεις
ορθός, μες τη μάχη,
με κοντάρι στο χέρι,
με σπαθί,
με τρομπέτα,
καβαλάρης σε άγριο άτι,
οδηγώντας το γρήγορο άρμα
και παλεύοντας, σώμα με σώμα,
μ’ άλλον νιο, ζηλωτή του θανάτου
αντρειωμένο σα σένα.

Είν’ όμορφη η ζωή σαν πεθάνεις
καβάλα σε άτι.

Ο χειρότερος φονιάς, είν’ ο χρόνος.

http://skyroson.gr/skyros/index.php?option=com_content&task=view&id=258&Itemid=123

Advertisements

Posted on Ιουλίου 2, 2010, in ΕΛΛΗΝΟΚΕΝΤΡΙΚΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ, ΕΡΕΘΙΣΜΑΤΑ, ΖΟΥΝ ΑΝΑΜΕΣΑ ΜΑΣ, ΜΕΓΑΛΕΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, ΟΜΑΔΕΣ-ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΕΣ-ΤΑΓΜΑΤΑ, ΠΕΡΙ ΕΘΝΟΥΣ, ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΙΔΟΣ, ΥΠΕΡΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ, ΩΡΑΙΟΙ ΤΥΠΟΙ and tagged . Bookmark the permalink. Σχολιάστε.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: